


André Kertész

πάλι δεν είχε ύπνο. όχι, δεν ήταν απ’τις φορές που στριφογυρνάς, που ψαχνεις, που είσαι αγχωμένος που σκέφτεσαι. απόψε δεν σκέφτεται τίποτα. δεν υπάρχει τίποτα γιατί δεν υπάρχει ανάμεσα πια. κι αν πήγε εκεί, σκεφτόταν, τι νόημα έχει. περισσότερη σημασία είχε πως έφτασε κάπου. πώς, όπως. έφτασε. κι αυτό την έκανε στα σίγουρα πιο δυνατή.
έβαλε τη ρόμπα της και βγήκε στο μπαλκόνι. την απόλυτη ησυχία που συντηρούσε το κενό μέσα της έκανε να διαλύσει στις 2 τα ξημερώματα ο ήχος μιας γεννήτριας που ερχόταν από το κτίριο απέναντι. ένιωσε ξαφνικά κάτι να την καλεί, ένιωσε πάλι πως τότε, σαν να άνηκε κάπου. γιατί όχι, στο απέναντι κτίριο. χωρίς να το σκεφτεί κατέβηκε τις σκάλες κι έφτασε κοντά της. πέρασαν την υπόλοιπη νύχτα αγκαλιά.


Welcome to WordPress.com. This is your first post. Edit or delete it and start blogging!